...των "The Beatles" στο Αμβούργο το 1960 αποτέλεσε τη μεγάλη τους μαθητεία, μετατρέποντάς τους από μια άπειρη μπάντα του Λίβερπουλ σε ένα σκληροτράχηλο rock 'n' roll συγκρότημα.
Κατά την άφιξή τους, το σχήμα αποτελούνταν από πέντε μέλη: τον John Lennon, τον Paul McCartney, τον George Harrison, τον Stuart Sutcliffe (μπάσο) και τον Pete Best (ντραμς).
Στη φωτογραφία, ο Stu, ο John, ο George, ο Paul και ο Pete ποζάρουν μαζί με τον Helmut, έναν φίλο σερβιτόρο στο Harold’s Café, στην περιοχή Grosse Freiheit.
Είναι μια από εκείνες τις στιγμές που δεν μοιάζουν σημαντικές και όμως είναι.
Τα μέλη της soon to be πιο διάσημης μπάντας στον κόσμο επιβίωναν τότε με πατάτες, αυγά, corn flakes και γάλα.
Όπως θυμάται ο Paul: "Το μαγαζί σέρβιρε χάμπουργκερ που τα έλεγαν Frikadellen. Ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί στο Αμβούργο (Hamburg) δεν τα έλεγαν χάμπουργκερ (hamburger)".
Πριν την τεράστια δόξα, υπήρχε απλώς ένα τραπέζι, λίγη κούραση, πολύ πείσμα και τίποτα που να προδίδει τι θα ακολουθούσε.
Κι αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον.
Ημερολόγιο: Τραγούδι των Beatles από την εποχή του Αμβούργου δεν έχει;
Σκύλος: Τραγούδι των Beatles από την εποχή του Αμβούργου δεν έχει;
Αλλουέλα: Τραγούδι των Beatles από την εποχή του Αμβούργου δεν έχει;
Αρτίστα: Όχι. Εκείνη την εποχή δεν είχαν γράψει ακόμα κανένα δικό τους κομμάτι. Τραγουδούσαν αλλονώνε.
Πάρτε ένα του 1966, το Eleanor Rigby, που δεν παίζουν βέβαια οι Beatles σε αυτό κανένα όργανο, καθώς είναι παιγμένο από ένα οκτέτο εγχόρδων (διπλό κουαρτέτο), το οποίο αποτελούνταν από 8 επαγγελματίες μουσικούς studio, και όχι από τους ίδιους τους Beatles, αλλά και πάλι, ο Paul McCartney έγραψε τους στίχους και κάνει τα κύρια φωνητικά, ενώ οι John Lennon και George Harrison κάνουν τις δεύτερες φωνές...
Ημερολόγιο: Και ο Ringo Starr πού ήταν;
Σκύλος: Και ο Ringo Starr πού ήταν;
Αλλουέλλα: Και ο Ringo Starr πού ήταν;
Αρτίστα: Είχε πάει ταξίδι για δουλειές. Ρε παιδιά, σκεφτείτε και λίγο...
Αφού δεν έχει drums ή άλλα κρουστά το κομμάτι, ο Ringo Starr καθόταν στα Abbey Road Studios και παρακολουθούσε την ηχογράφηση.
Μα όλα εγώ πια;
Σωπάστε τώρα και ακούστε.
Eleanor Rigby
Died in the church and was buried along with her name
Nobody came
Father McKenzie
Wiping the dirt from his hands as he walks from the grave
...ένα ιδιαίτερο είδος ελληνικής περιπέτειας, που ξεκινάει αθώα με τη φράση: "Θα βγάλω δυο χαρτιά μόνο και θα έχω ξεμπερδέψει σε πέντε λεπτά".
Στη δική μου περίπτωση, τα "δυο χαρτιά" ήταν κτηματολογικά φύλλα και αποσπάσματα κτηματολογικών διαγραμμάτων για κάποια γεωτεμάχια που κληρονόμησε ο αγαπημένος μου φίλος Αλκιβιάδης, ο οποίος συνεχίζει να συστήνεται ως κόρη ναυάρχου και για τα οποία έπρεπε να κάνει υποβολή δήλωσης ιδιοκτησίας, διότι η περιοχή που είναι τα κληρονομηθέντα βρίσκεται σε κυρωμένη πράξη εφαρμογής.
Επειδή όμως ο Αλκιβιάδης εργάζεται αόκνως και μετά προθυμίας και τρέχει και δεν φτάνει, ζήτησε από εμένα να κάνω αυτή τη δουλειά.
Η οποία, θεωρητικά, είναι απλή υπόθεση.
Στην πράξη, όμως, το Ελληνικό Διοικητικό σύμπαν έχει έναν μαγικό τρόπο να σε ρουφάει μέσα του σαν χωροχρονική δίνη.
Ανοίγεις ένα έγγραφο, μετά δεύτερο, μετά τρίτο, μετά αρχίζεις να συγκρίνεις ΚΑΕΚ, όρια, αριθμούς πρωτοκόλλου, μπαινοβγαίνεις στο e-banking να πληρώσεις παράβολα, γυρνάς στο site του Κτηματολογίου και ξαφνικά περνούν δύο ώρες χωρίς να το καταλάβεις.
Το πρόβλημα είναι ότι πριν καθίσω στον υπολογιστή είχα βάλει να μαγειρεύονται φασόλια χάντρες με πιπεριές Φλωρίνης και με πράσινες πιπεριές. Το φαγητό σιγόβραζε ήρεμα στο ζουμί του, ενώ εγώ βυθιζόμουν ολοένα και βαθύτερα στα μυστήρια του Κτηματολογίου και της Δημόσιας Διοίκησης.
Κάπου ανάμεσα σε ένα απόσπασμα διαγράμματος και μια αναζήτηση στοιχείων ιδιοκτησίας, μου συνέβη αυτό που αποκαλείται "η στιγμή που μυρίζει ελαφρώς καμένο, αλλά επιλέγεις να το αγνοήσεις".
Λίγο αργότερα, το μεσημεριανό μου είχε μετατραπεί στο γνωστόν τοις πάσι "άνθρακες ο θησαυρός".
Έτσι, το γεύμα της ημέρας, κατέληξε να είναι ένα γιαούρτι και μία μπανάνα. Τουτέστιν δίαιτα από ανάγκη και όχι από επιλογή.
Η κατσαρόλα ευτυχώς σώθηκε. Με κόπο, επιμονή και υπομονή τεραστίων διαστάσεων.
Και κάπως έτσι ολοκληρώθηκε ακόμη ένα επεισόδιο της ζωής μου, όπου η ελληνική γραφειοκρατία κατάφερε όχι μόνο να απορροφήσει την προσοχή μου, αλλά και να κάψει, κυριολεκτικά, το φαγητό μου.
Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον προχώρησε η υπόθεση με τα γεωτεμάχια του αγαπητού μου Αλκιβιάδη, ο οποίος μου έταξε λουκούλλειο γεύμα, ως ευχαριστώ για τον κόπο μου.
Όσο για τα φασόλια, τι να πω; Ήταν παράπλευρη απώλεια της Ελληνικής Διοίκησης...
...είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε, αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία δεν είναι πάντα και τόσο διασκεδαστική, αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης κάπου-κάπου.
Γιατί, όπως λέει και η αγαπημένη μου μεταποιήτρια Calypso Larah:
"Ο Βαγγέλης είναι οικουμενικός πόνος.
Όλες έχουμε πονέσει από έναν Βαγγέλη.
Όλες τον είχαμε αγαπήσει, αλλά αποδείχτηκε πολύ παλιοκόριτσο".
ΥΓ. Η σκηνή που έχει μεταποιηθεί, είναι από την κλασική ταινία του 1954 "Johnny Guitar", ένα εμβληματικό western σε σκηνοθεσία του Nicholas Ray.
Είναι η στιγμή της ταινίας, που καταλαβαίνεις ότι σε αυτό το έργο,
οι άντρες κρατάνε τα όπλα,
αλλά οι γυναίκες κρατάνε το παιχνίδι.
Και το παίζουν μέχρι τέλους.
Δηλαδή western, αλλά με νεύρα, βλέμματα και καταπιεσμένο μίσος μέσα σε φόρεμα.
Αυτή η σκηνή είναι όλο το ζουμί της ταινίας:
Η Vienna (Joan Crawford) στέκεται όρθια, ακίνητη, με εκείνο το ύφος "δεν θα κάνω πίσω ούτε αν καεί ολόκληρος ο κόσμος",
ενώ ο Johnny Guitar (Sterling Hayden) κάθεται.
Η Bertha Mae Lightning είναι από εκείνες τις περσόνες που δεν αντέχουν το ξερό βιογραφικό τύπου Wikipedia.
Είναι στάση ζωής. Είναι όνομα που ακούγεται σαν να το είπε κάποια γυναίκα, μία φορά, χαμηλόφωνα, και μετά έκλεισε την πόρτα πίσω της, χωρίς να κοιτάξει αν την ακολουθούν.
Κουβαλάει μέσα της και το Bertha (βαρύ, παλιομοδίτικο, σαν τον μπουφέ της πεθεράς μου, που δεν τον πετάω γιατί έχει ιστορία) και το Lightning (γρήγορο, άγριο, χωρίς καμία διάθεση για εξηγήσεις).
Σαν να λέμε ρίζες και αστραπή. Παράδοση και άντε γεια.
Η Bertha Mae Lightning μοιάζει με γυναίκα που δεν την ένοιαξε ποτέ αν ήταν αρεστή, δεν εξήγησε γιατί έφυγε και σίγουρα δεν έμεινε για το χειροκρότημα.
Αν τη συναντούσες, δεν θα σου μιλούσε για τον εαυτό της.
Θα σου έλεγε μια φράση που θα σε ακολουθούσε για χρόνια και μετά θα χανόταν.
Και εσύ θα έμενες να αναρωτιέσαι αν ήταν πραγματική ή αν απλώς χρειαζόσουν να υπάρξει.
Η Bertha Mae Lightning είναι αυτό που μένει όταν κόβεις τα περιττά, τα γλυκά και την αβεβαιότητα.
Είναι περσόνα για όσους δεν θέλουν να σωθούν, αλλά απλώς προσπαθούν να σταθούν όρθιοι μέσα στην καταιγίδα τους.
...ένα σχεδόν σατανικό κόλπο για να ξεφορτώνομαι όσους με παίρνουν τηλέφωνο για προσφορές ρεύματος, τηλεφωνίας και λοιπών βασανιστηρίων.
Δεν φωνάζω, δεν βρίζω, δεν το κλείνω απότομα.
Αν με πάρουν για ρεύμα, παίρνω το πιο θλιβερό μου ύφος, ρίχνω και λίγο τρέμουλο στη φωνή, έτσι για να φαίνεται ότι η οικογένειά μου είναι ένα είδος σεχταριστικής δυναστείας που απαγορεύει τις απιστίες σε άλλους παρόχους και λέω:
"Αααα, λυπάμαι πολύ, δεν μπορώ… Ο σύζυγός μου εργάζεται στη ΔΕΗ".
Αν είναι για τηλεφωνία, διατηρώ το ίδιο ύφος και απλώς μετακινώ την ίδια ατάκα σε άλλο περιβάλλον:
"Αααα, λυπάμαι πολύ, δεν μπορώ… Ο σύζυγός μου εργάζεται στον ΟΤΕ".
Και πάντα τους πιάνει μια ταραχή, σαν να διέπραξαν εθνικό έγκλημα. Στο τέλος ζητάνε συγγνώμη για την ενόχληση, για τα λάθη τους, για τα πάθη τους, μη σου πω και για την κλιματική αλλαγή.
Και το καλύτερο;
Δεν έχω καν σύζυγο.
Ούτε έναν, ούτε δύο, ούτε εικονικό, ούτε σε άλλη πόλη, ούτε τίποτα.
Για την ακρίβεια, είχα σύζυγο, αλλά τώρα είμαι χήρα τριετίας.
Όμως εκείνοι δεν το ξέρουν!
Νομίζουν πως κάπου δίπλα μου υπάρχει ένας σύζυγος με μπλε φόρμα εργασίας και εταιρικό λογότυπο, έτοιμος να τους κάνει έλεγχο.
Αν νιώθω τύψεις;
Όχι βέβαια!
Έχω περάσει πολλά για να αφήσω μια προσφορά ρεύματος ή τηλεφωνίας να μου χαλάσει την ηρεμία.
Ο καθείς κοιτάζει τη δουλειά του.
Οι πάροχοι προσπαθούν να πουλήσουν κι εγώ κρατάω τον άσο στο μανίκι μου!
Τι να κάνω η βαριόμοιρη; Απλώς προσπαθώ να απολαύσω τα πλεονεκτήματα του status μου.
...μια ιστορία: "Καζαμπλάνκα", γυρίσματα της ταινίας, 1942.
Επειδή ο Ηumphrey Bogart ηταν ελάχιστα κοντύτερος από την Ingrid Bergman (1,73 έναντι 1,75), αλλά ως άντρας που ήταν έπρεπε (αλίμονο!) να φαίνεται ψηλότερος, o σκηνοθέτης Michael Curtiz του φόρεσε προσθετικά, και μάλιστα με τακούνι, διευθετώντας έτσι το δισεπίλυτο αυτό πρόβλημα.
...θυμήθηκα την περίπτωση ενός άνδρα στο Όσλο της Νορβηγίας, ο οποίος βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του τον Δεκέμβριο του 2020 από έναν επιστάτη.
Οι αρχές είχαν αποφανθεί ότι ο θάνατός του είχε συμβεί περίπου εννέα χρόνια νωρίτερα, πιθανότατα τον Απρίλιο του 2011, κρίνοντας από αντικείμενα, όπως ένα κουτί γάλακτος που βρέθηκε στο διαμέρισμα.
Και μετά, όταν εγώ λέω στον απόγονό μου να με παίρνει συχνότερα τηλέφωνο, μην πάθω τίποτα και με βρούνε κι εμένα ύστερα από εννέα χρόνια, εκείνος με λέει υπερβολική και δεν του φτάνει αυτό, αλλά μου προσάπτει κι ότι κάνω μέτριο χιουμοράκι...
...καλή γειτόνισσα, την κυρία Νίτσα, η οποία έρχεται στο σπίτι μου άπαξ μηνιαίως για καφέ και για να μου μεταφέρει τα κους-κους της γειτονιάς.
Στη γειτονιά κατοικεί και η Βαγγελιώ. Καλό κορίτσι, νοικοκυρά, ηθική. Ποτέ δεν έδωσε δικαίωμα για το οτιδήποτε πουθενά.
Πλην όμως 72 ετών και ήτο μέχρι πρότινος (δηλαδή μέχρι τα 70 της) ανύμφευτη.
Ώσπου έσκασε η βόμβα πρόπερσι. Η Βαγγελιώ παντρεύτηκε!
Και πλέον, σε κάθε επίσκεψη η γειτόνισσα κυρία Νίτσα (που με λυπάται οικτρά που είμαι χήρα) φέρνει το θέμα πάντα στη συζήτηση, εδώ και δύο χρόνια.
"Και παντρεύτηκε η Βαγγελιώ και μπράβο της και δεν περνάει η ζωή άμα είσαι μαγκούφης και μοναχός του κανείς, ούτε στον παράδεισο".
Κι άλλα πολλά τέτοια θυμόσοφα που θα έκαναν σκόνη τα ρητά μου περί επιλεκτικότητας της μοναχικής ζωής.
Όμως είχα μείνει με μια απορία η αρτίστα: Πού τον βρήκε τον άντρα η Βαγγελιώ 70 χρονών γυναίκα;
Πριν μπω στη διαδικασία να ρωτήσω, με πρόλαβε η κυρία Νίτσα:
-Ξέρεις που τον βρήκε τον γαμπρό η Βαγγελιώ;
-Πού;
-Στο ίντερνεΣ.
Σιωπή εκκωφαντική. Δεν ανασαίνω καν.
-Εσύ αρτίστα έχεις ίντερνεΣ;
-Έχω…
-Ε, τζάμπα το πληρώνεις!
Και εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι το πιο καυστικό σχόλιο που είχα ακούσει ποτέ για την προσωπική μου ζωή, είχε μόλις ειπωθεί από την κυρία Νίτσα...
...κατά τις 2 το ξημέρωμα, με τον παιδικό μου φίλο τον Αλκιβιάδη (που επιμένει να συστήνεται ως κόρη ναυάρχου), είχαμε μια από αυτές τις βραδιές που τα πράγματα σοβαρεύουν επικίνδυνα.
Συζητούσαμε, πίνοντας μαστιχόνερα, για Καμύ και Κίρκεγκορ, με μια ένταση που θα ζήλευε ακόμα και η Σίρλεϊ Βαλένταϊν.
Και ενώ το κλίμα ήταν βαρύ, βαθιά μέσα μας ξέραμε κι οι δυο μας ότι η πραγματική αλήθεια είναι πολύ πιο απλή.
Το πράγμα χάλασε όταν ο Διονυσίου πήγε να την πει στον Ρασούλη.
Και αυτό, αγαπητό μου ημερολόγιο, είναι κάτι που ο Αλκιβιάδης κι εγώ το καταλαβαίνουμε απόλυτα.
Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, αυτά για τον Perry Como κι ότι όλα τα πράγματα χάλασανόταν τραγούδησε την Glendoraείναι μεγάλες μπούρδες...
Τι να σου κάνει η "Glendora", όταν η ζωή είναι ένας διαρκής διάλογος μεταξύ του Ρασούλη...
και του Διονυσίου...
Τελικά η βραδιά έκλεισε συμφωνώντας αμφότεροι στο ότι το θέμα είναι να μπορείς να βλέπεις το παράλογο ακόμα και εκεί που όλα μοιάζουν χαμένα.
Και ο Αλκιβιάδης κι εγώ το ξέρουμε πολύ καλά αυτό...