Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2019

Ο κάτωθι...



...διάλογος, μεταξύ του Ήρωα και εμού, ξεκίνησε με αφορμή το τσιγάρο και την απαγόρευσή του στους κλειστούς χώρους καφέ, εστίασης κ.λπ. 
Ήρωας: Ναι το καταλαβαίνω, έχουν δικαιώματα κι αυτοί που δεν καπνίζουν, αλλά εμένα αυτό το "απαγορεύεται το καπνίζειν" κάπως μου κάθεται... 
Αρτίστα του βωβού: Γιατί; Νομίζεις ότι εμένα δεν με έχει τραυματίσει ανεπανόρθωτα; 
Ήρωας: Τώρα θα μου πεις, το καπνίζειν ας το απαγορέψουν, γιατί όπως είπε ο μέγας Βασίλης Τσιτσάνης "Τα φουγάρα καπνίζουν, εμείς φουμάρουμε", οπότε εμείς θα συνεχίσουμε να φουμάρουμε... 
Ατβ: Και πάλι καλά να λέμε που δεν έχει απαγορευτεί ακόμα το πτύειν. Γιατί μετά πώς θα έκανα πράξη εκείνο το "Φτύνε καλά. Σημάδευε κέντρο.", που είχε πει ο μέγιστος ο Βλαδίμηρος ο Μαγιακόφσκι. 
Ήρωας: Ναι, αλλά πηγαίναμε και μια φορά στο δεκαπενθήμερο για ένα καφεδάκι στου Φασαρία το καφενείο, τώρα να δούμε τι θα κάνουμε που απαγορεύεται και εκεί το κάπνισμα... 
Ατβ: Σαν τι να κάνουμε δηλαδή; Ή δεν θα ξαναπάμε ή θα καθόμαστε στα τραπεζάκια έξω. Διότι, όπως λέει και το παμπάλαιο εκείνο ρεμπέτικο "Αν θα κλείσουν τους τεκέδες Πειραιά Κρεμμυδαρού, τότε πια θα κουβαλάω στη σπηλιά την κουρελού"*



Και ο διάλογος τελικά, όπως ήταν αναμενόμενο και απολύτως φυσιολογικό, κατέληξε σε ακρόαση παλαιών ρεμπέτικων ασμάτων, από τα μουρμούρικα, τα σεβνταλήτικα και τα γιαλάδικα, μέχρι αυτά της φυλακής και τα χασικλίδικα.  

Γεια σου Γιοβάν Τσαούς, με τα ωραία σου! 

*Το 1936 ο Γιοβάν Τσαούς ηχογράφησε το Πέντε Μάγκες στον Περαία, χασάπικο ανώνυμου φυλακόβιου. 
Το τραγούδι έκλεινε με τους χλευαστικούς για το νόμο, στίχους: "Αν θα κλείσουν τους τεκέδες Περαιά Κρεμμυδαρού τότε πια θα κουβαλάω στην σπηλιά την κουρελού". 
Οι σπηλιές στις οποίες αναφέρεται το τραγούδι είναι σπηλιές στην περιοχή της Δραπετσώνας, η προσέγγιση των οποίων απαιτούσε ανάβαση και κατάβαση. 
Εκεί οι ρεμπέτες άφηναν ναργιλέδες και κουρελούδες προς κοινή χρήση, γνωρίζοντας ότι αποκλείεται να σκάσει μύτη η αστυνομία. 
Βέβαια, δεδομένου ότι ο δημιουργός του συγκεκριμένου ύμνου ήταν στη φυλακή όταν τον έγραφε, δείχνει ότι το σύστημα από κάπου έμπαζε. (πηγή: rebetiko.gr)

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2019

Επιτέλους...

...ο χριστουγεννιάτικος στολισμός του παρόντος ημερολογίου ιστολογίου είναι γεγονός! 
Ένας στολισμός, που πολύ με παίδεψε εφέτος, για το πώς θα είναι, διότι όπως διάβασα στο Απάγκιο της Μαρίας της Κανελλάκη (εδώ), έπρεπε να προσέξω αρκετά πράγματα, ούτως ώστε να μη βρεθώ να με κυνηγούν άνευ λόγου και αιτίας, χρονιάρες μέρες. 
Όφειλα να αποφύγω έναν στολισμό με χριστουγεννιάτικο δέντρο, φάτνη, αστεράκια, τρεις μάγους, Άγιο Βασίλη, κεράκια, γκυ και ου. 
Οπότε, αποκλείοντας τα παραπάνω, τι μου έμενε; 
Μόνο ο Ρούντολφ μου έμενε. 
Κι έτσι στόλισα τα κέρατά του.

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2019

Εκατοντάδες χιλιάδες...

...αναγνώστες του παρόντος ημερολογίου ιστολογίου και πιο συγκεκριμένα η Φις Άι και η Μάνια, αιτήθηκαν όπως τους επιδείξω τη μπλούζα που έραψα την προπερασμένη εβδομάδα. 
Και επειδή, όλως παραδόξως, έχω πάθει μια παροδική εξωστρέφεια και τυχαίνει να είμαι και στις καλές μου τις τελευταίες ημέρες, είπα να μην τους χαλάσω το χατίρι. 
Το ύφασμα της μπλούζας είναι μαύρο, αλλά μπορεί να δείχνει και κυπαρισσί στις φωτογραφίες, αφενός μεν επειδή το κινητό μου δεν έχει τα απαιτούμενα πίξελςςς ή δεν ξέρω κι εγώ πώς τα λένε αυτά που δεν έχει, αφετέρου δε επειδή ως φωτογράφος έχω αποτύχει παταγωδώς. 
Η δαντέλα που κοσμεί τη μπλούζα, είναι από παλαιό φόρεμα της μητέρας Θεοδοσίας, το οποίο βρισκόταν στη ντουλάπα της από το 1950 και μάλλον δεν είχε φορεθεί πέραν του 1955, διότι από εκεί και ύστερα δεν χωρούσε σε αυτό καμία από τις γυναίκες της οικογενείας, του στενού ή ακόμα και του ευρύτερου φιλικού περιβάλλοντος.
Όλες τους είχαν χοντρύνει.
Να σημειωθεί ότι και η δαντέλα είναι ακριβώς το ίδιο μαύρο με το ύφασμα της μπλούζας, αλλά τι να τα ξαναλέω, τα ξέρετε τα περί των πίξελςςς. 
Παραθέτω λοιπόν τις φωτογραφίες.

Στιγμιότυπο κατά τη διάρκεια του ραψίματος.


Η μπλούζα. Η μαύρη. 


Λεπτομέρεια της λαιμόκοψης-χαμόγελου. 
Δεν ξέρω αν αυτό που έχω φτιάξει λέγεται λαιμόκοψη ή χαμόγελο, 
οπότε πείτε το όπως εσείς θέλετε. 


Κοντινό πλάνο του μανικιού, στο τελείωμα. 


Κουφόπιετα-τσαχπινιά στο μπροστινό πλαϊνό της μπλούζας, 
στο τελείωμα. 


Και μετά έκαμα διάλειμμα για καφέ και τσιγάρο, ενώ στο χέρι μου κρατούσα ένα κομματάκι δαντέλας.
Και μου λέω "Αρτίστα, δεν φτιάχνεις και μια μπετονιέρα, μια μπουτονιέρα, μια μπουτουνιέρα ή όπως διάολο λέγεται, να έρθει να γίνει πιο σικ η μπλούζα;".
Και έφτιαξα. 

Η μπετονιέρα ή μπουτονιέρα ή μπουτουνιέρα, 
επάνω στη ταμπακιέρα. 


Η μπετονιέρα ή μπουτονιέρα ή μπουτουνιέρα, 
επάνω στη μπλούζα. 


Εν τω μεταξύ, δεν είχα τελειώσει καλά-καλά με τη μπλούζα, χτυπάει το κουδούνι και ήταν η νύφη μου, η οποία, δίνοντάς μου μια σακούλα από ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, μου είπε "Έχω εδώ μέσα ένα παλιό κοτλέ παντελόνι. Μήπως μπορείς να μου φτιάξεις μια τσάντα;". 
Της είπα "Δεν έχω φτιάξει ποτέ ξανά τσάντα", μου είπε "Δεν πειράζει, πειραματίσου…" και αυτό έκανα.
Πήγα κι έψαξα στης Ρένας της Χριστοδούλου, στης Μίας, αλλά και στο Γιουτιούμπ.
Πήρα μια ιδέα από εδώ, μία από εκεί, μία από απέναντι και τελικά την έφτιαξα. 
Ιδού η τσάντα. 

Με το φυσικό φως μιας συννεφιασμένης ημέρας. 


Με φλας, την ίδια ημέρα. 


Και τώρα επειδή κουράστηκα με όλη αυτή την περιγραφή, την παράθεση και την επεξήγηση του φωτογραφικού υλικού, πάω να χαλαρώσω και να ξεκουραστώ στης Λενιώς
Τι πάει πει "Ποια είναι η Λενιώ;". 
Μία είναι η  Λενιώ και τη βρίσκουμε εδώ!