...από τη γειτονιά μου, μπήκε στη σελίδα του ERTFLIX για να παραπονεθεί ότι δεν βάζουν πια ταινίες σαν τις παλιές καλές, αλλά σκουπίδια και ότι η ίδια πρόκειται να το γυρίσει στις βιντεοκασέτες.
Ανατρίχιασε το ERTFLIX μέχρι τα τρίσβαθα του είναι του.
Με μιας έπεσαν οι servers και λύγισαν οι αλγόριθμοι.
Την ίδια στιγμή, κάπου στα κεντρικά γραφεία του ERTFLIX, πάγωσαν όλοι.
Ένας υπάλληλος άφησε κάτω τον καφέ του και έντρομος αναφώνησε "Όχι... Όχι στις κασέτες...".
Μια ασκούμενη ψιθύρισε "Γιατί Θεέ μου αυτό τώρα...".
Κάποιος διέκοψε το meeting που είχε και φώναξε: "Μας φεύγει η κυρία που έχει κασέτες"!
Διασκεδάζω πάρα πολύ με αυτή την πεποίθηση ορισμένων ανθρώπων, που πιστεύουν ότι πλατφόρμες σαν το ERTFLIX θα καταρρεύσουν επειδή ξέθαψαν μια βιντεοκασέτα από το πατάρι.
Από την άλλη, βέβαια, υπάρχει κάτι βαθιά συγκινητικό σε αυτή την πίστη, ότι μια πλατφόρμα streaming θα καταρρεύσει ψυχολογικά επειδή η κυρία Τάδε αποφάσισε να επιστρέψει στο VHS.
Αυτή την πίστη που έχουν κάποιο άνθρωποι τη θαυμάζω λίγο, αλλά περισσότερο με τρομάζει...
...και βαριές εξετάσεις του follow up, με τα σκιαγραφικά και τις ραδιενέργειες, ολοκληρώθηκαν.
Μέχρι να έχω τα αποτελέσματα και να τελειώσω και με τις πιο εύκολες, λέω να κάτσω στ’ αυγά μου και να ακούω ολημερίς Delta Blues.
Μετά, λογικά, θα περάσω στα Chicago electric και κάπου εκεί θα ανοίξω την πόρτα και στον Muddy Waters.
Τα Delta Blues γεννήθηκαν στην περιοχή του Δέλτα του Μισισιπή.
Όχι στις εκβολές του ποταμού, αλλά στην εύφορη και σκληρή γη ανάμεσα στους ποταμούς Μισισιπή και Yazoo.
Μια γη γεμάτη βαμβακοχώραφα, φτώχεια, ιδρώτα και κοινωνική καταπίεση.
Εκεί γεννήθηκε και ο πιο ωμός, λιτός και στοιχειωτικός ήχος των μπλουζ.
Σκέψου μια ακουστική κιθάρα, ένα slide, έναν ρυθμό που μοιάζει να περπατάει πάνω στο χώμα και μια φωνή που κουβαλάει προσωπική ιστορία.
Ο Robert Johnson, ο Son House και τόσοι άλλοι διαμόρφωσαν αυτόν τον ήχο.
Είναι το μπλουζ πριν μπει το ρεύμα. Πριν γίνουν τα πράγματα κομψά.
Είναι το μπλουζ που ακούγεται σαν να το έγραψε κάποιος μόνος του, βράδυ, με υγρασία στον αέρα και τα κουνούπια να του κάνουν δεύτερα φωνητικά.
Και κάπου εκεί εμφανίζεται η Memphis Minnie.
Γεννημένη ως Lizzie Douglas το 1897 στο Μισισίπι, μεγάλωσε σε έναν κόσμο που δεν είχε χώρο για γυναίκες με κιθάρα, πόσο μάλλον για γυναίκες που έπαιζαν καλύτερα από τους περισσότερους άντρες.
Δεν μπήκε απλώς στο παιχνίδι των μπλουζ. Το ανακάτεψε.
Με δεξιοτεχνία, αυτοπεποίθηση και μια φωνή που μπορούσε να γίνει ταυτόχρονα τρυφερή και προειδοποιητική, εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες μορφές του προπολεμικού μπλουζ.
Η Memphis Minnie δεν τραγουδούσε για να είναι γλυκιά. Τραγουδούσε για επιβίωση, για επιθυμία και για δύναμη. Οι στίχοι της είχαν χιούμορ, ανεξαρτησία και θάρρος.
Μιλούσε για σχέσεις χωρίς να ζητά συγγνώμη. Μιλούσε για τη σεξουαλικότητα χωρίς να κατεβάζει το βλέμμα. Και όλα αυτά τη δεκαετία του '20 και του '30.
Το 1929 ηχογράφησε το εμβληματικό When the Levee Breaks (εδώ), εμπνευσμένο από τη Μεγάλη Πλημμύρα του Μισισιπή.
Δεκαετίες αργότερα οι Led Zeppelin το έφεραν ξανά στο προσκήνιο (εδώ), αποδεικνύοντας ότι η Minnie είχε ήδη βάλει θεμέλια που άντεξαν πολύ πέρα από την εποχή της.
Αργότερα, στο Σικάγο, αγκάλιασε τον ηλεκτρικό ήχο πριν γίνει μόδα.
Η κιθάρα της ήταν κοφτερή, ρυθμική και γεμάτη αυτοπεποίθηση. Δεν έπαιζε "σαν γυναίκα".
Έπαιζε σαν τη Memphis Minnie.
Ένιγουέι...
Ώρα να αφήσω τα λόγια, να πάρω τη σπιτική λεμονάδα μου και να ακούσω τη Minnie στο Bumble Bee.
Ένα τραγούδι που στάζει χώμα, ιδρώτα και ανεξαρτησία.
Αρτίστα:
Τόσες, που αν μαζέψω όλα τα παραπεμπτικά, μπορώ να τα δέσω και να εκδώσω μια μικρή ποιητική συλλογή.
Σκύλος:
Πάλι γιατροί;
Αρτίστα:
Πάλι.
Σκύλος:
Και θα σε τρυπάνε και θα σου ρίχνουν ζελέδες, σκιαγραφικά και ραδιενέργειες;
Αρτίστα:
Αυτό είναι το χόμπι τους.
Αλλουέλα:
Οι άνθρωποι έχουν μια αλλόκοτη ανάγκη να κοιτούν μέσα σε σώματα λες και ψάχνουν χαμένα κλειδιά.
Ημερολόγιο:
Και τώρα τι θα γίνει με μένα;
Αρτίστα:
Θα σε παρατήσω για λίγο.
Ημερολόγιο:
Υπέροχα.
Θα κάθομαι μόνο μου σαν εγκαταλελειμμένη βεντάλια σε σπίτι γραίας.
Σκύλος:
Εγώ πάντως πιστεύω ότι θα γυρίσεις εδώ πέρα μέσα και θα συνομιλούμε και πάλι και θα τα καταγράφει το ημερολόγιο.
Αρτίστα:
Ε βέβαια θα γυρίσω εδώ πέρα μέσα.
Αλλουέλα:
Η αρτίστα έχει ενοχλητική αντοχή.
Αρτίστα: Έχω να δω γυναικολόγο,
χειρουργό,
ογκολόγο,
και τον επεμβατικό ακτινολόγο που τον Μάρτιο αποφάσισε να κάνει cryoablation σε μια Bosniak III στον νεφρό μου.
Ημερολόγιο:
Πολύ ιατρικό περιεχόμενο τελευταία.
Αρτίστα:
Ναι, αλλά με αισθητική.
Σκύλος:
Εγώ θα περιμένω εδώ.
Αλλουέλα:
Κι εγώ.
Αγέρωχη.
Με πουά.
Ημερολόγιο:
Και πότε θα επιστρέψεις;
Αρτίστα:
Μόλις τελειώσει αυτό το φεστιβάλ εξετάσεων, γνωματεύσεων και ανθρώπων που κοιτούν οθόνες μορφάζοντας επιστημονικά.
...και κάθομαι στο μπαλκόνι πίνοντας μαστιχόνερο με παγάκια, τα οποία λιώνουν με μεγαλύτερη ταχύτητα από όση προβλέπεται, ενώ παράλληλα ακούω το Memphis in June από τη Nina τη Simone και σκέφτομαι ότι τελικά ο Ιούνιος στο Memphis δεν διαφέρει και πολύ από τον Ιούνιο στη γειτονιά μου.
Εντάξει, μπορεί να μην έχω εξαδέλφη που ακούει στο όνομα Μιράντα, να μην υπάρχει πίτα με βατόμουρα, να μην περνούν οι γείτονες τέτοια ώρα έξω από το σπίτι μου, αλλά απέναντι υπάρχει η πικροδάφνη που στέλνει ένα γλυκό άρωμα παντού γύρω μου.
Και υπάρχει και η ίδια ζέστη.
Η ίδια νωθρότητα.
Η ίδια πεποίθηση ότι κάτι πρέπει να αλλάξεις, αλλά κάνει υπερβολική ζέστη για να σηκωθείς από την καρέκλα και να το κάνεις.
...των "The Beatles" στο Αμβούργο το 1960 αποτέλεσε τη μεγάλη τους μαθητεία, μετατρέποντάς τους από μια άπειρη μπάντα του Λίβερπουλ σε ένα σκληροτράχηλο rock 'n' roll συγκρότημα.
Κατά την άφιξή τους, το σχήμα αποτελούνταν από πέντε μέλη: τον John Lennon, τον Paul McCartney, τον George Harrison, τον Stuart Sutcliffe (μπάσο) και τον Pete Best (ντραμς).
Στη φωτογραφία, ο Stu, ο John, ο George, ο Paul και ο Pete ποζάρουν μαζί με τον Helmut, έναν φίλο σερβιτόρο στο Harold’s Café, στην περιοχή Grosse Freiheit.
Είναι μια από εκείνες τις στιγμές που δεν μοιάζουν σημαντικές και όμως είναι.
Τα μέλη της soon to be πιο διάσημης μπάντας στον κόσμο επιβίωναν τότε με πατάτες, αυγά, corn flakes και γάλα.
Όπως θυμάται ο Paul: "Το μαγαζί σέρβιρε χάμπουργκερ που τα έλεγαν Frikadellen. Ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί στο Αμβούργο (Hamburg) δεν τα έλεγαν χάμπουργκερ (hamburger)".
Πριν την τεράστια δόξα, υπήρχε απλώς ένα τραπέζι, λίγη κούραση, πολύ πείσμα και τίποτα που να προδίδει τι θα ακολουθούσε.
Κι αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον.
Ημερολόγιο: Τραγούδι των Beatles από την εποχή του Αμβούργου δεν έχει;
Σκύλος: Τραγούδι των Beatles από την εποχή του Αμβούργου δεν έχει;
Αλλουέλα: Τραγούδι των Beatles από την εποχή του Αμβούργου δεν έχει;
Αρτίστα: Όχι. Εκείνη την εποχή δεν είχαν γράψει ακόμα κανένα δικό τους κομμάτι. Τραγουδούσαν αλλονώνε.
Πάρτε ένα του 1966, το Eleanor Rigby, που δεν παίζουν βέβαια οι Beatles σε αυτό κανένα όργανο, καθώς είναι παιγμένο από ένα οκτέτο εγχόρδων (διπλό κουαρτέτο), το οποίο αποτελούνταν από 8 επαγγελματίες μουσικούς studio, και όχι από τους ίδιους τους Beatles, αλλά και πάλι, ο Paul McCartney έγραψε τους στίχους και κάνει τα κύρια φωνητικά, ενώ οι John Lennon και George Harrison κάνουν τις δεύτερες φωνές...
Ημερολόγιο: Και ο Ringo Starr πού ήταν;
Σκύλος: Και ο Ringo Starr πού ήταν;
Αλλουέλλα: Και ο Ringo Starr πού ήταν;
Αρτίστα: Είχε πάει ταξίδι για δουλειές. Ρε παιδιά, σκεφτείτε και λίγο...
Αφού δεν έχει drums ή άλλα κρουστά το κομμάτι, ο Ringo Starr καθόταν στα Abbey Road Studios και παρακολουθούσε την ηχογράφηση.
Μα όλα εγώ πια;
Σωπάστε τώρα και ακούστε.
Eleanor Rigby
Died in the church and was buried along with her name
Nobody came
Father McKenzie
Wiping the dirt from his hands as he walks from the grave
...ένα ιδιαίτερο είδος ελληνικής περιπέτειας, που ξεκινάει αθώα με τη φράση: "Θα βγάλω δυο χαρτιά μόνο και θα έχω ξεμπερδέψει σε πέντε λεπτά".
Στη δική μου περίπτωση, τα "δυο χαρτιά" ήταν κτηματολογικά φύλλα και αποσπάσματα κτηματολογικών διαγραμμάτων για κάποια γεωτεμάχια που κληρονόμησε ο αγαπημένος μου φίλος Αλκιβιάδης, ο οποίος συνεχίζει να συστήνεται ως κόρη ναυάρχου και για τα οποία έπρεπε να κάνει υποβολή δήλωσης ιδιοκτησίας, διότι η περιοχή που είναι τα κληρονομηθέντα βρίσκεται σε κυρωμένη πράξη εφαρμογής.
Επειδή όμως ο Αλκιβιάδης εργάζεται αόκνως και μετά προθυμίας και τρέχει και δεν φτάνει, ζήτησε από εμένα να κάνω αυτή τη δουλειά.
Η οποία, θεωρητικά, είναι απλή υπόθεση.
Στην πράξη, όμως, το Ελληνικό Διοικητικό σύμπαν έχει έναν μαγικό τρόπο να σε ρουφάει μέσα του σαν χωροχρονική δίνη.
Ανοίγεις ένα έγγραφο, μετά δεύτερο, μετά τρίτο, μετά αρχίζεις να συγκρίνεις ΚΑΕΚ, όρια, αριθμούς πρωτοκόλλου, μπαινοβγαίνεις στο e-banking να πληρώσεις παράβολα, γυρνάς στο site του Κτηματολογίου και ξαφνικά περνούν δύο ώρες χωρίς να το καταλάβεις.
Το πρόβλημα είναι ότι πριν καθίσω στον υπολογιστή είχα βάλει να μαγειρεύονται φασόλια χάντρες με πιπεριές Φλωρίνης και με πράσινες πιπεριές. Το φαγητό σιγόβραζε ήρεμα στο ζουμί του, ενώ εγώ βυθιζόμουν ολοένα και βαθύτερα στα μυστήρια του Κτηματολογίου και της Δημόσιας Διοίκησης.
Κάπου ανάμεσα σε ένα απόσπασμα διαγράμματος και μια αναζήτηση στοιχείων ιδιοκτησίας, μου συνέβη αυτό που αποκαλείται "η στιγμή που μυρίζει ελαφρώς καμένο, αλλά επιλέγεις να το αγνοήσεις".
Λίγο αργότερα, το μεσημεριανό μου είχε μετατραπεί στο γνωστόν τοις πάσι "άνθρακες ο θησαυρός".
Έτσι, το γεύμα της ημέρας, κατέληξε να είναι ένα γιαούρτι και μία μπανάνα. Τουτέστιν δίαιτα από ανάγκη και όχι από επιλογή.
Η κατσαρόλα ευτυχώς σώθηκε. Με κόπο, επιμονή και υπομονή τεραστίων διαστάσεων.
Και κάπως έτσι ολοκληρώθηκε ακόμη ένα επεισόδιο της ζωής μου, όπου η ελληνική γραφειοκρατία κατάφερε όχι μόνο να απορροφήσει την προσοχή μου, αλλά και να κάψει, κυριολεκτικά, το φαγητό μου.
Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον προχώρησε η υπόθεση με τα γεωτεμάχια του αγαπητού μου Αλκιβιάδη, ο οποίος μου έταξε λουκούλλειο γεύμα, ως ευχαριστώ για τον κόπο μου.
Όσο για τα φασόλια, τι να πω; Ήταν παράπλευρη απώλεια της Ελληνικής Διοίκησης...
...η κάτωθι φωτογραφία με τις δύο σκιές θα έπρεπε να συνοδεύεται, τιμής ένεκεν, από ένα Low Bap κομμάτι, καθώς η μία σκιά (αυτή με την αλογοουρά) ανήκει στην αγαπημένη μου Sadahzinia.
Η άλλη σκιά ανήκει στην Ε.Σ., η οποία θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία της.
Όμως, μόλις απαθανατίστηκε η στιγμή, αυτό που σκέφτηκα αμέσως ήταν το Shadow on the wall από τον Mike Oldfield.
Ναι ξέρω, σκιές, Low Bap, Sadahzinia και ξαφνικά σκάει και ο Mike Oldfield από το πουθενά.
Όμως, στο δικό μου το μυαλό, η μετάβαση από Sadahzinia σε Shadow on the Wall είναι τόσο άκυρη, που γίνεται απολύτως σωστή.
Δεν θα επιχειρήσω να το εξηγήσω, απλώς συνέβη.
Άβυσσος η ψυχή της αρτίστας...
Shadow on the wall
Like a shadow on the wall
Treat me like a prisoner
Treat me like a fool
Treat me like a loser
Use me as a tool
Face me 'til I'm hungry
Push me in the cold
Treat me like a criminal
Just a shadow on the wall
Shadow on the wall
Like a shadow on the wall
Treat me like I'm evil
Freeze me 'til I'm cold
Beat me 'til I'm feeble
Grab me 'til I'm old
Fry me 'til I'm tired
Push me 'til I fall
Treat me like a criminal
Just a shadow on the wall
Like a shadow on the wall
ΥΓ. Ευχαριστώ πολύ αμφότερες τις κυρίες, που πόζαραν με χαρά γι’ αυτή τη φωτογραφία.
Ναι, αυτό το υπέροχο κοινωνικό φαινόμενο όπου μαζεύονται όλοι, έχοντας αγωνία για να μάθουν αν το έμβρυο είναι αγόρι ή κορίτσι.
Με μπαλόνια, με καπνούς, με θεατρικότητα, λες και ανακοινώνεται κάτι κοσμοϊστορικό και όχι κάτι που θα φανεί ούτως ή άλλως σε λίγους μήνες.
Και σκέφτομαι η δόλια αρτίστα:
Τι άγχος κι αυτό να προλάβουμε να βάλουμε ταμπέλα πριν καν ανοίξει τα μάτια του.
Μην τυχόν και γεννηθεί το παιδί και μείνει απροσδιόριστο για πέντε λεπτά. Καταστροφή...
Δεν λέω, ο ενθουσιασμός είναι ανθρώπινος.
Αλλά όλη αυτή η φασαρία για κάτι τόσο, πώς να το πω κομψά, προβλέψιμο θα το πω, έχει μια δόση υπερβολής.
Ίσως, λέω εγώ τώρα, να μπορούσαμε να αφήσουμε το παιδί να έρθει στον κόσμο με λίγη ησυχία.
Χωρίς πυροτεχνήματα, χωρίς ανακοινώσεις, χωρίς να του έχουμε ήδη γράψει τον ρόλο.
Αλλά εντάξει.
Εμείς εδώ ενδιαφερόμαστε πρώτα για το "τι είναι" και μετά, αν περισσέψει χρόνος, για το "ποιος είναι".
...είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε, αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία δεν είναι πάντα και τόσο διασκεδαστική, αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης κάπου-κάπου.