Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Όπως κάθε χρόνο,...

...έτσι κι εφέτος είχα φτιάξει τη βασιλόπιτα την Πολίτικη για την Πρωτοχρονιά του 2018. 
Με το μαχλέπι της, με τη μαστίχα της, όχι αφράτη όπως το τσουρέκι, αλλά πιο σφιχτή, σαν κακομαθημένη, με το κανάκεμά της, δηλαδή χωρίς την εμπλοκή του μίξερ και με το φλουρί της. 
Τουτέστιν μια βασιλόπιτα με τα όλα της! 
Κι ήρθε η ώρα να την κόψουμε. Το κομμάτι του Άγιου Βασίλη, του σπιτιού, του κόμματος, του στεφανιού μου, το δικό μου, της Θεοδοσίας, των παιδιώνε και του Δημοσθένη. 
Με λαχτάρα περίμενα να βρω το φλουρί, αλλά εις μάτην. Έτυχε στον Δημοσθένη! 
"Δεν πειράζει αρτίστα", σκέφτηκα, "την άλλη φορά"… 
Όμως μου κακοφάνηκε λίγο. Αισθάνθηκα ότι θα με εγκαταλείψει η τύχη τελείως αυτή τη χρονιά! 
Αλλά πόσο λάθος είχα κάνει! 
Στις 7 Ιανουαρίου διαπιστώνω ότι η τύχη μου δεν με άφησε στα κρύα του λουτρού! Είχα κερδίσει ένα δώρο από την φιλτάτη Ρένα Χριστοδούλου
Το πακέτο μου αφίχθη μερικές ημέρες μετά και περιείχε τρία πολύτιμα αντικείμενα:

Μία πανέμορφη κάρτα με ευχές, 


ένα στολίδι από εκείνα που τόσο πολύ μου είχαν αρέσει, 
όταν τα είχε παρουσιάσει η Ρένα και


έναν χιονάνθρωπο κατασκευασμένο από κουμπιά 
(σ.σ. πράγμα που το θεώρησα πανέξυπνο)! 


Όλα φτιαγμένα από τα χρυσά χεράκια της Ρένας Χριστοδούλου! 
Πανευτυχής, λοιπόν, ένιωσα και πάλι τυχερή και ευχαριστώ θερμώς την Ρένα για τα καλούδια που μου έστειλε!

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις...



...με τον κ. Μήτσο, τελικά τον έπεισα να κάνει mother-in-law sitting ούτως ώστε να μπορέσω να παραβρεθώ σε μια σύναξη γνωστών που έλαβε χώρα σε ένα μπαρ, που παίζει, ως επί το πλείστον, garage μουσική κι εκεί που πίναμε και κουβεντιάζαμε ψιλοχορεύοντας, ξαφνικά μου ήρθε να πάω να καθίσω στη μπάρα για να μου κάνει τη σχετική ψυχανάλυση ο μπάρμαν. 
Μετά κόπων και βασάνων σκαρφάλωσα σε ένα σκαμπό (σ.σ. γιατί τα κάνουν τόσο ψηλά άραγε;) και ξεκινήσαμε την ψυχοθεραπεία. 
Τελειώνοντας παρέμεινα για λίγο ακόμα στη μπάρα και, σιγοπίνοντας μια φημισμένη πέρδικα, άρχισα να παρατηρώ διάφορα άτομα γύρω μου. 
Ήταν λοιπόν μία που άτμιζε ηλεκτρονικό τσιγάρο και είχε παραγγείλει Jack Daniels με πάγο. Σαν να λέμε thug life με στέβια... Τι το θες το μπαρ καλή μου; Στα μπαρ καπνίζουμε. 
Αμ ο άλλος; Που σκάει στις 02:00 μετά τα μεσάνυχτα και παραγγέλνει τσάι και παραπονιέται πως είναι δυνατά η μουσική; Είπαμε αγάπη μου, μπαρ είναι εδώ, όχι τσαγερί-λαπαδερί... 
Αλλά το κλου της βραδιάς ήταν τρεις κύριοι, που έπιναν μετά μανίας μηλίτη. Και καλά τα Aperol Spritz να τα αντέξω, άντε και τις μπύρες με τα λεμόνια και τα πουρφάν να τα ανεχτώ κι αυτά, κομμάτια να γίνει, αλλά όταν ακούω μηλίτη νομίζω ότι απειλούμαι από κάποια παραθρησκευτική οργάνωση. 
Και μετά από όλα αυτά, παθαίνω μία σύγχυση η αρτίστα και ξαφνικά εκεί που ο dj έπαιζε το The Guillotine από τους The Executioners, 


εγώ νόμιζα ότι άκουγα αυτό:


Που εντάξει, δεν έχω θέμα με το εν λόγω άσμα, αλλά δεν ήταν και το ζητούμενο για το συγκεκριμένο βράδυ... 

Κακίες;